Τι ορίζεται ως χρόνιο τραύμα;
Ως χρόνιο τραύμα ορίζεται κάθε πληγή που αδυνατεί να ακολουθήσει τη φυσιολογική πορεία επούλωσης και παραμένει ανοιχτή πέρα από τον αναμενόμενο χρόνο συνήθως άνω των 4 εβδομάδων με κατάλληλη φροντίδα.
Αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην κλινική πράξη, καθώς αφορά ένα ευρύ φάσμα αιτιολογιών και πληθυσμών: διαβητικούς, ηλικιωμένους, ασθενείς με κυκλοφορική ανεπάρκεια, κατακεκλιμένους με κατακλίσεις ή ασθενείς μετά από ακτινοβολία.
Η παθοφυσιολογία, παρά την ποικιλία των αιτιολογιών, συγκλίνει σε ένα κοινό σημείο: ο ιστός γύρω από το τραύμα βρίσκεται σε κατάσταση βιολογικής αδράνειας.
Τα κύτταρα που θα έπρεπε να οδηγήσουν την επούλωση ινοβλάστες, κερατινοκύτταρα, μακροφάγα είτε δεν μεταναστεύουν στο τραύμα είτε αδυνατούν να εκτελέσουν τη λειτουργία τους λόγω ανεπαρκούς οξυγόνωσης, υψηλής φλεγμονώδους δραστηριότητας ή εξαντλημένης αναγεννητικής ικανότητας.
Ο ασθενής βιώνει έναν κύκλο χωρίς διέξοδο: το τραύμα δεν κλείνει, η λοίμωξη επιμένει, ο πόνος είναι χρόνιος.
Χαρακτηριστικά χρόνιων τραυμάτων
Τα χρόνια τραύματα διακρίνονται από ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά ανεξάρτητα από την αιτιολογία τους. Στο επίπεδο των ιστών παρατηρείται εναπόθεση βακτηρίων που εμποδίζει την επούλωση, χρόνια φλεγμονώδης κατάσταση που διατηρεί το τραύμα «ανοιχτό», απόπτωση κυττάρων στη ζώνη επούλωσης και μειωμένη ανταπόκριση σε αυξητικούς παράγοντες.
Η τοπική υποξία είναι σχεδόν πάντα παρούσα και αποτελεί τον κοινό παρονομαστή που συνδέει όλες αυτές τις παθολογικές διεργασίες.
Στην κλινική πράξη, τα χρόνια τραύματα απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση της υποκείμενης αιτιολογίας πριν από οποιαδήποτε θεραπευτική απόφαση. Μόνο όταν αντιμετωπιστεί η ρίζα του προβλήματος είτε αυτό είναι η αγγειοπάθεια, ο διαβήτης, η ακτινική βλάβη ή η πίεση μπορεί η επούλωση να προχωρήσει αποτελεσματικά.
Επιστημονική Τεκμηρίωση
Η επιστημονική τεκμηρίωση για τη χρήση υπερβαρικού οξυγόνου στα χρόνια τραύματα είναι εκτεταμένη και καλύπτει ποικίλες αιτιολογίες. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι η αποκατάσταση επαρκούς τοπικής οξυγόνωσης αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την «αφύπνιση» της επουλωτικής διαδικασίας σε ιστούς που τελούν σε βιολογική αδράνεια. Η ενεργοποίηση ινοβλαστών, η επαγωγή VEGF για νεοαγγειογένεση και η βακτηριοκτόνος δράση σε αναερόβια παθογόνα αποτελούν τους τεκμηριωμένους μηχανισμούς δράσης.
Η UHMS και η ECHM αναγνωρίζουν τη θεραπεία σε θάλαμο υπερβαρικού οξυγόνου ως ενδεδειγμένη προσέγγιση για χρόνια τραύματα συγκεκριμένης αιτιολογίας, τονίζοντας πάντα τη σημασία της συμπληρωματικής και όχι αποκλειστικής εφαρμογής της.
Ρόλος Θεραπείας σε Θάλαμο Υπερβαρικού Οξυγόνου
Στα χρόνια τραύματα, η θεραπεία σε θάλαμο υπερβαρικού οξυγόνου στοχεύει στην αναστροφή της βιολογικής αδράνειας που χαρακτηρίζει τον πάσχοντα ιστό.
Δεν λειτουργεί αντί της συστηματικής φροντίδας τραύματος, του ελέγχου της λοίμωξης ή της αντιμετώπισης της υποκείμενης αιτιολογίας λειτουργεί παράλληλα, παρέχοντας στον ιστό τις βιολογικές προϋποθέσεις που του λείπουν για να ξεκινήσει να επουλώνεται.
Η αυξημένη διαθεσιμότητα οξυγόνου μέσω του πλάσματος επιτρέπει στους ινοβλάστες να επαναλάβουν τη σύνθεση κολλαγόνου, στα μακροφάγα να εκκαθαρίσουν τον νεκρωτικό ιστό αποτελεσματικότερα και στα κερατινοκύτταρα να μεταναστεύσουν και να καλύψουν την επιφάνεια του τραύματος. Η επαγόμενη νεοαγγειογένεση αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη συνεισφορά: η δημιουργία νέων τριχοειδών βελτιώνει μόνιμα τις συνθήκες οξυγόνωσης στην περιοχή, ευνοώντας τη βιώσιμη επούλωση. Ο αριθμός συνεδριών εξαρτάται από το είδος και τη χρονιότητα του τραύματος, κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 20 και 40.